ΚΑΡΒΟΥΝΙΑΡΗΔΕΣ

Επαγγέλματα των Δερβενοχωριτών από το παρελθόν

Του Χρήστου Ε. Μίχα, Αστυνομικού Διοικητή

Μια εργασία σκληρή και επίπονη με την οποία ασχολήθηκαν πολλές οικογένειες  Δερβενοχωριτών ήταν η παραγωγή ξυλανθράκων – κάρβουνου .

Σ’ αυτήν την εργασία δεν υπήρχε χρονικός περιορισμός, καθώς μπορούσαν να δουλεύουν σχεδόν όλο τον χρόνο, πλην των θερινών μηνών, ακόμη και επικουρικά, όσοι είχαν κι άλλες εργασίες .

karb-14

Αρχικά οι καρβουνιάρηδες επέλεγαν το μέρος όπου θα έκαναν το καμίνι, δηλαδή το μέρος όπου θα έκαιγαν τα ξύλα και θα έβγαζαν το κάρβουνο. Αυτό συνήθως  βρισκόταν μέσα στο δάσος, σε μέρος απάνεμο, κοντά σε νερό και συγκεκριμένα σε κάποια περιοχή με χώμα, την οποία πρώτα είχαν εκχερσώσει σε αρκετή απόσταση (ρουμάνι) , σε μέρος που δεν είχε βράχια ή πέτρες. Η επιφάνεια του χώρου του καμινιού ήταν σε σκάμμα κυκλικό, επίπεδο και γύρω του άνοιγαν ένα αυλάκι, για να μη μπαίνουν τα νερά στο εσωτερικό του σε περίπτωση που είχαν βροχές την περίοδο που ήταν αναμμένο. Σε αυτό το σημείο λοιπόν  έφτιαχναν το καμίνι , μαζεύοντας ξύλα, ως  επί το πλείστον από πουρνάρι , κουμαριά η φιλίκη – κυρίως τις ρίζες και τα χονδρά κλαδιά τους – , στην συνέχεια τα τοποθετούσαν σταυρωτά μέσα στο καμίνι, που ήταν σκαμμένο σε βάθος ενός μέτρου περίπου, δημιουργώντας έτσι μια μικρή πυραμίδα με τα ξύλα ύψους περίπου δύο μέτρων και διαμέτρου δύο ή τριών μέτρων στις μεγαλύτερες πλευρές ή κι ακόμη περισσότερο. Τα κέντρο αυτής της πυραμίδας ή καλύτερα του ημικυκλικού θόλου της έμενε ανοικτό για να ριχθούν οι εύφλεκτες  ύλες και για να «αναπνέει» το καμίνι στην αρχή .

Το κτίσιμο του καμινιού ήθελε τέχνη και ένας από την ομάδα, ήταν ο μάστορας, δηλαδή ο τεχνίτης που αναλάμβανε το κτίσιμο. Η κατασκευή του καμινιού γινόταν με πρακτικό τρόπο. Μετρούσαν το εμβαδόν του καμινιού με τα βήματα, ανατολικά προς δυτικά και μετά βόρεια προς νότια. Αν τα βήματα ήταν 6 περίπου μέτρα, το καμίνι θα έβγαζε χίλιες με χίλιες διακόσιες οκάδες κάρβουνο, ενώ αν ήταν 8 μέτρα, η παραγωγή του κάρβουνου θα ζύγωνε τις 2.000 οκάδες. Συνήθως και ανάλογα πάντα με τον χρόνο και τρόπο καύσης,  κάρβουνο γινόταν το ένα τέταρτο των ξύλων  που είχαν χρησιμοποιηθεί.

Αφού είχαν τοποθετήσει λοιπόν όλα τα ξύλα κατ’ αυτόν τον τρόπο, έριχναν πάνω σ’ αυτά  άχυρο, ή κλαδιά πεύκων και πούσια η αλλιώς πευκοβελόνες και μετά όλα αυτά τα σκέπαζαν με χώμα ως την κορυφή.

Από την κορυφή της πυραμίδας, στην οποία έφταναν με αυτοσχέδια ξυλόσκαλα, έριχναν στην βάση εύφλεκτες ύλες όπως  ρετσίνι. Το άναβαν και άφηναν να καούν τα ξύλα για πέντε ή έξι ώρες έως ότου η βάση έπιανε «θράκα». Αμέσως και ενώ σταματούσε να βγαίνει ο πρώτος πυκνός, μαύρος καπνός έκλειναν την τρύπα στην κορυφή, την «μπούκα», με χώμα και περίμεναν για μία εβδομάδα με βάρδιες μέρα-νύχτα γύρω από το καμίνι, το οποίο σιγόκαιγε, αναπνέοντας αρχικά από δύο τρεις μικρές τρύπες στο πλάι τα «φυσέκια»,  για να βγαίνει από εκεί σιγά σιγά ο καπνός. Αργότερα, όταν το καμίνι είχε προχωρήσει, τα «φυσέκια» ή  αλλιώς τις «πίπες»,  τις έκλειναν και άνοιγαν μεγαλύτερες τρύπες πιο κοντά στη βάση, τα «ντίπια»,  που είχαν δημιουργήσει  λίγο χαμηλότερα ώστε να αερίζεται μερικώς το καμίνι .

Οι καρβουνιάρηδες έμεναν σε πρόχειρες  πετρόκτιστες  βοσκοκαλύβες  που βρίσκονταν δίπλα στα ξέφωτα του βουνού με τα καμίνια. Παρακολουθούσαν ανά ώρα την πορεία της φωτιάς, που ουσιαστικά δεν άναβε ποτέ καθώς  «Το ξύλο δεν καίγεται, αλλά  καπνίζεται». Αν χρειαζόταν, κάπου-κάπου, πιτσιλούσαν το καμίνι με νερό. «Το ξύλο έχει την υγρασία του, παίρνει και όση υγρασία χρειάζεται τη νύχτα και γίνεται όπως πρέπει το κάρβουνο», εξηγούσαν οι καρβουνιάρηδες. Όλα αυτά όμως συνέβαιναν όταν οι καιρικές συνθήκες ήταν ιδανικές. Η βροχή ενίοτε ανέτρεπε όλα τα σχέδια των καρβουνιάρηδων, καθώς μπορούσε να χαλάσει την κατασκευή και το κάρβουνο δεν ήταν καλής ποιότητας .

karbouno10

Καθ’ όλη τη διάρκεια της πρώτης εβδομάδας παρακολουθούσαν κυρίως το καμίνι μην «πέσει» και μη τυχόν ανοίξουν άλλες τρύπες στο πλάι και καταστραφεί και γίνει στάχτη. Η πορεία καύσης των ξύλων στο καμίνι ήταν τελετουργικό, όλα  προγραμματισμένα.  Όταν έβλεπαν πως σε κάποιο σημείο το καμίνι «κάθεται», επειδή κάποια κάρβουνα άρχιζαν να γίνονται πιο γρήγορα,  άνοιγαν στην κορυφή «μπουγάζια», δηλαδή τρύπες κι από εκεί έριχναν  μικρότερα ξύλα στο εσωτερικό. «Τάιζαν» το καμίνι για να ισορροπήσει και να συνεχίσει να καίει ομοιόμορφα.

Μετά την πρώτη  εβδομάδα λοιπόν άρχιζαν να βγάζουν το χώμα και τα ξύλα, τα οποία είχαν καεί – καπνιστεί, σιγά σιγά και είχαν γίνει κάρβουνο – ξυλάνθρακες .

Η τέχνη τους ήταν φερμένη από τους παλιούς χρόνους και ριζωμένη βαθιά στην ψυχή τους. Δύσκολα μπορούσαν να σου περιγράψουν τι έκαναν, οι κινήσεις τους ήταν μηχανικές, το ένστικτο τους στην δουλειά αλάθητο, αμίλητοι, σκυθρωποί, η επικοινωνία τους με νεύματα και λίγες κοφτές ξερές λέξεις όταν δούλευαν.  «Όλα γίνονταν με υλικά της γης, χώμα, άχυρο, νερό και ξύλο…», μας εξηγούν κάτοικοι της περιοχής σα να περιγράφουν την έβδομη ημέρα της Δημιουργίας ή να εξιστορούν μέρες της Αποκάλυψης «και με εργαλεία επίσης παλιά, την πιρούνα, το φτυάρι, τη δίκοπη και την τσουγκράνα».

Η τέχνη του καρβουνιάρη ή του «μουτζούρη»,  κατά κυριολεξία,  από την αρχή ως το τέλος, ήταν η μοναδική που βασιζόταν αποκλειστικά σε παραδοσιακά μέσα, καθώς τότε δεν έμπαιναν στη διαδικασία παραγωγής του κάρβουνου καθόλου τα μηχανήματα.

Όλοι τους ήταν κατάμαυροι, σαν ξωτικά του δάσους κι έκαναν την δουλειά τους από το χάραμα και όλο το βράδυ η μαύρη σκόνη κάλυπτε τα ρυτιδωμένα πρόσωπά τους και όλοι φαίνονταν ίδιοι, ανεξαρτήτως ηλικίας. Η ατμόσφαιρα ανυπόφορη από τους καπνούς, το έδαφος κοντά στο καμίνι έκαιγε.  Δύσκολο να καταλάβει κανείς αν ζούσαν στην κόλαση ή στον παράδεισο.  Έτρωγαν κατάχαμα τις λιγοστές ελιές,  δίπλα τους το καρβέλι με το ψωμί που είχαν στο ταγάρι και πιο πέρα η «Μπότσα»  με το ρετσινάτο  κρασί  που έσβηνε τη δίψα τους, μετριάζοντας κάπως τον κάματο της ημέρας. Λίγο πιο ‘κει,  αντίκρυ τους, τα υποτακτικά τους, σίγουρα πιο ξεκούραστα από τους εργάτες, συνήθως μουλάρια, έδειχναν πως κοιτούσαν σα να ήθελαν να βοηθήσουν… Ετοιμάζονταν όμως κι αυτά για το μεγάλο ταξίδι που θ’ ακολουθούσε,  η Ελευσίνα έπεφτε έξι ώρες μακρύτερα.  Ατέλειωτες κουβέντες για  θεούς, για δαίμονες , για νεράιδες και λάμιες, για το χωριό, μύθοι και θρύλοι αιώνων διαδραματίζονταν συνεχώς γύρω τους. Λίγα αγρίμια του δάσους πολύ μακριά τους, παρακολουθούσαν την ιεροτελεστία και έδειχναν κι αυτά το φόβο τους με τις κραυγές τους βλέποντας τους απρόσμενους αυτούς επισκέπτες που γλιστρούσαν σα σκιές μέσα από τις φυλλωσιές τα αγριοπούρναρα και τα πεύκα  του δάσους, κάποιες  φωνές από ψηλά , ίσως από αρπακτικά πουλιά που βλέποντας  τον καπνό από την «μπούκα» προσπαθούσαν  μάταια να οσμιστούν σάρκα κάποιου θηράματος, τάραζαν κι αυτά λίγο την ησυχία τους και έδεναν το τοπίο μέσα στην καταχνιά από την κάπνα, με την έντονη μυρωδιά και τον ήχο των ξύλων που έλιωναν μέσα στο καμίνι.

Περιηγητές της Πάρνηθας,  μου εξιστορούσαν καρβουνιάρηδες της περιοχής, ότι έκαναν  ώρες να συνέλθουν από το σοκ αντικρίζοντας τους και περνούσε ώρα και δίνονταν ειδικές διαπιστεύσεις για να πιστοποιηθεί ότι πράγματι αυτοί που αντίκριζαν ήταν κανονικοί άνθρωποι και όχι κάποιο άλλο προϊστορικό είδος ανθρωποειδούς.

Η παραγωγή κάρβουνου ήταν περίπου 100 κιλά στα 400 κιλά ξύλα και η επιτυχία της παραγωγής εξαρτιόταν από τον τρόπο τοποθέτησης των ξύλων, την επιλογή αυτών από συγκεκριμένους τύπους δέντρων και μεγέθους, στο σκέπασμα αυτών και στον αερισμό τους, ώστε να μην γίνει πλήρης καύση – στάχτη, αλλά μερική ώστε να έχουμε κάρβουνο .

Όταν έσβηνε το καμίνι , είτε έβγαζαν το κάρβουνο και το έσβηναν σε νερό (δεν έδινε καλή ποιότητα αυτός ο τρόπος όμως ), είτε τα άφηναν για μια δυο μέρες ελαφρώς σκεπασμένα με χώμα και μετά τα έβαζαν σε μεγάλα σακιά και από εκεί τα μετέφεραν με μουλάρια για να πουληθούν.

Στα κονάκια της Πάρνηθας, κυρίως οι Χασιώτες αλλά και πολλοί Δερβενοχωρίτες έφτιαχναν αργότερα, μετά το 1950,  μικρούς λάκκους με λίγα ξύλα, έως 400 κιλά, πάλι κατά τον ίδιο τρόπο, απλά το καμίνι αυτό έβγαζε μικρότερη ποσότητα κάρβουνου περίπου 100 κιλά σε λιγότερο χρόνο και δεν είχε ποσοστό αποτυχίας γιατί μπορούσες να το επιβλέπεις πιο εύκολα και δεν ήθελε πολλά χέρια.

Με το κάρβουνο αυτό εφοδίαζαν νοικοκυριά και ταβέρνες στην περιοχή της Ελευσίνας, του Ασπροπύργου, του Μενιδίου κλπ. , ανταλλάσσοντάς το με άλλα προϊόντα, τα οποία δεν είχαν και σπάνια έναντι χρηματικού ποσού. Η τιμή του το 1960 ήταν περίπου  μια δραχμή και δέκα λεπτά το κιλό, η μέση παραγωγή 100 τόνοι ανά έτος και ασχολούνταν περίπου το 10% των νοικοκυριών του χωριού μας. Με ένα φόρτωμα κάρβουνου στο μουλάρι, περίπου 300 κιλά, μπορούσε ένας κάτοικος να αγοράσει 20 κιλά λάδι, λίγα φρούτα και πέντε – έξι κιλά αλεύρι. Το κάρβουνο, ταπεινό παράγωγο του ξύλου, συνάμα όμως  πολύ χρήσιμο στα μαγγάλια για θέρμανση τότε και απαραίτητο σε άλλους τεχνίτες όπως  στον σιδερά, στον κουδουνά, στον αλμπαντή (πεταλωτή)…

Επειδή το καμίνι ήθελε πολλά χέρια, συνήθως το έκαναν ομάδες ατόμων, βοηθώντας ο έναν τον άλλον, εναλλάξ, ώστε όλοι να εξοικονομήσουν τα προς το ζην.   Σπουδαίοι καμινιάρηδες – «τεχνίτες» στην περιοχή μας ήταν : ο Κώστας Δάρρας, ο Θανάσης Στραϊτούρης, ο Φώτης Σαμπάνης, ο Φίλιππας Ταμπουρατζής, ο Δημήτρης Ταμπουρατζής και ο Χρήστος Αντωνίου.

Η διαδικασία παραγωγής κάρβουνου δεν ήταν αποκλειστική εργασία της νεότερης εποχής. Είναι γνωστή από γραπτές πηγές και αρχαιολογικά ευρήματα, ήδη από την αρχαιότητα. Οι νθρακευταί, οι καρβουνιάρηδες παρέμεναν σχεδόν αφανείςς, παρότι η εργασία τους κατείχε έναν κρίσιμο οικονομικό ρόλο στον αρχαίο και μεσαιωνικό χώρο.

Οι αθρόες εισαγωγές βιομηχανικού ξυλοκάρβουνου (μπρικέτας) από την Ασία, και το φθηνό ξυλοκάρβουνο που έρχεται από την Βουλγαρία σήμερα απειλεί ακόμη και τους λιγοστούς εναπομείναντες καρβουνιάρηδες της χώρας που προσπαθούν να κρατήσουν ζωντανή όχι μόνο την επιχειρηματική τους δραστηριότητα αλλά και μια παραδοσιακή τέχνη που έρχεται από την αρχαιότητα. Στο κοντινό παρελθόν τεχνίτες του ξυλοκάρβουνου από την  Εύβοια την Ικαρία, την Λέσβο, την Χαλκιδική και από άλλες περιοχές της χώρας, από τον Απρίλιο έως τον Σεπτέμβριο πλημμύριζαν τα εκατοντάδες καμίνια της βόρειας Ελλάδας όπου η ξυλεία ήταν σε αφθονία.

  Σήμερα τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά και δυστυχώς οι εγχώριοι τεχνίτες είναι δυσεύρετοι.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s